επιγονατίδα

επιγονατίδα
[-[ς (-ίδος)] η
1) анат. коленная чашечка; 2) см. επιγονάτιο[ν]

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "επιγονατίδα" в других словарях:

  • επιγονατίδα — Οστό που παρεμβάλλεται στον τένοντα κατάφυσης του τετρακέφαλου μυός. Έχει σχήμα τριγώνου με κυρτές πλευρές και η πίσω επιφάνεια γλιστράει πάνω στους κονδύλους του μηριαίου οστού παίρνοντας μέρος στην άρθρωση του γονάτου. Η ε. μπορεί να υποστεί… …   Dictionary of Greek

  • επιγονατίδα — η μικρό τριγωνικό κόκαλο, που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του γόνατος, η μύλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιγονατίδα — ἐπιγονατίς knee pan fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνατο — Άρθρωση που συνδέει το μηριαίο οστό με την κνήμη. Στην άρθρωση αυτή συμμετέχει και ένα άλλο οστό, η επιγονατίδα, που βρίσκεται μέσα στον τένοντα του τετρακέφαλου μυός. Η κυρτή αρθρική επιφάνεια των μηριαίων κονδύλων εφάπτεται με την ελαφρώς κοίλη …   Dictionary of Greek

  • επιγονατιδικός — ή, όν [επιγονατίδα] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην επιγονατίδα …   Dictionary of Greek

  • προεπιγονατιδικός — ή, ο, Ν 1. ανατ. αυτός που βρίσκεται μπροστά από την επιγονατίδα 2. φρ. «προεπιγονατιδικός θύλακος» ανατ. ορογόνος θύλακος που βρίσκεται στον υποδόριο ιστό εμπρός από την επιγονατίδα …   Dictionary of Greek

  • γονατιέρα — η η επιγονατίδα …   Dictionary of Greek

  • επιγονίς — ἐπιγονίς, η (Α) 1. ο μυς τού μηρού πάνω από το γόνατο 2. η επιγονατίδα …   Dictionary of Greek

  • επιγουνίς — ἐπιγουνίς, η (Α) 1. μυς τού μηρού πάνω από το γόνατο 2. επιγονατίδα 3. γόνατο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + γουν ίς (< γούνυ, ιων. παράλλ. τ. τού γόνυ)] …   Dictionary of Greek

  • επιμυλίς — ἐπιμυλίς, ἡ (Α) επιγονατίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + * μυλίς (< μύλη «μυλόπετρα»), τ. που απαντά μόνο στο παρόν σύνθετο] …   Dictionary of Greek

  • καυκί — το (ΑΜ καυκίον, Μ και καυκίν και καυχίν) κύπελλο, ποτήρι, κύλικας («καυκὶν κρασὶν οὐ δίδουν μου», Πρόδρ.) νεοελλ. 1. ξύλινο ή λίθινο μαγειρικό σκεύος, η καυκιά 2. βαθιά πιατέλα, γαβάθα 3. το όστρακο χελώνας ή άλλων οστρακοδέρμων, το καβούκι 4. η… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»